Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταγματασφαλιτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταγματασφαλιτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

2/9/1944-ΝΑΖΙ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΤΑΓΜΑΤΑΣΦΑΛΙΤΕΣ ΚΑΙΝΕ ΤΟΝ ΧΟΡΤΙΑΤΗ-69 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΤΙΑΤΗ!!!

Σαν σήμερα, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944, ταγματασφαλίτες και ναζί σκότωσαν 149 ανθρώπους στο Χορτιάτη, λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Η συγκλονιστική μαρτυρία της Ελένης Νανακούδη, που κατάφερε να επιβιώσει από τη σφαγή και μίλησε στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα. Αποσπάσματα της συνέντευξης προβλήθηκαν στην εκπομπή του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα με τίτλο «η Ελλάδα του Χίτλερ».


«Οι άνδρες εκτελέστηκαν. Τις γυναίκες τις έκλεισαν σε ένα κτίριο και έβαλαν φωτιά.  Δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της, σκοτωμένη  αυτή και το μωρό θήλαζε, μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα»…


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (Δ): Εσείς καταρχήν πόσο χρονών ήσασταν;

ΝΑΝΑΚΟΥΔΗ ΕΛΕΝΗ (Ν.Ε.): Ήμουνα  δέκα, δέκα μισό.

Δ: Εσείς εκείνη την εποχή καταλαβαίνατε τι γινόταν στο χωριό με τους Γερμανούς;

Ν.Ε.: Ε, όχι, εγώ μικρή ήμουνα τότε, δέκα χρονών.Δεν ξέραμε τι μας περίμενε, δεν περιμέναμε τέτοια πράγματα, όχι. Εκείνη  την ημέρα ήρθανε, κατεβήκανε αντάρτες από πάνω από το βουνό, χτυπήσανε  έναν Γερμανό. Σκοτώσανε έναν, έναν τραυματίσανε και μετά φύγανε. Οι Γερμανοί ειδοποιήσανε στο Ασβεστοχώρι, ήταν δύναμη εκεί πέρα, Γερμανοί και Έλληνες συνεργάτες τους, και ήρθανε στο χωριό. Εμείς αμέριμνοι, ιδέα δεν είχαμε, καθίσαμε εδώ στο σπίτι, ήρθανε οι Γερμανοί, μας χτυπήσανε την πόρτα, ανοίξαμε, μας μαζέψανε, όσα γυναικόπαιδα βρήκανε. Εγώ ήμουνα με την μάνα μου και την αδερφή μου, μας πήγανε στον κήπο.

Δ: Διάβασα  ότι όταν έγινε το χτύπημα αυτό, πολλοί ειδοποιήθηκαν και έφυγαν στα βουνά.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  ειδοποιήθηκαν πολλοί, απλώς όσοι φοβήθηκαν φύγανε στο  βουνό. Και η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει και ξαναγύρισε. Λέει γιατί να φύγω, τι φταίμε εμείς, τι ξέρουμε, δεν έχουμε ιδέα από τίποτα και γύρισε πίσω. Και μας μαζέψανε εδώ στον κήπο, στο  Μπαντάτσιο, ένα κέντρο που ήταν εκεί. Μας μαζέψανε, μας βάλανε και  καθίσαμε στην πίστα του κέντρου, εκεί μας βρίζανε Έλληνες. Όταν λέμε Έλληνες, εννοούμε συνεργάτες των Γερμανών. Μας βρίζανε, οι άντρες σας είναι αντάρτες μας λέγανε, οι γυναίκες έλεγαν όχι, στην δουλειά είναι, στα χωράφια είναι οι άντρες μας. Μετά, αφού συγκεντρωθήκαμε αρκετοί, ρωτούσαμε  τι θα γίνει, τι θα μας κάνουνε. Ήρθανε και τρία αγοράκια κλαίγοντας. Τα ρωτήσανε οι γυναίκες γιατί κλαίτε, γιατί σκοτώσανε την μαμά μας στην αυλή, της κόψανε τα δάχτυλα, της βγάλανε τα δαχτυλίδια και μετά την σκοτώσανε. Τότε καταλάβαμε τι μας περίμενε.

Δ: Πόσα  άτομα ήσασταν;

Ν.Ε.: Εμείς εδώ πρέπει να ήμασταν καμιά εβδομήντα  άτομα. Μας βάλανε τρεις-τρεις στην σειρά.  Ακούσαμε να λένε "πού θα τους πάμε να τους εκτελέσουμε". Κάποιος είπε στο νεκροταφείο. Άκουσα έναν άλλον να λέει, "όχι στο νεκροταφείο θα μας φύγουνε, είναι χαμηλός ο τοίχος. Μην μας φύγει κανείς". Αντίθετα, ο φούρνος ήταν εδώ δίπλα στο σπίτι μας. "Θα τους βάλουμε μέσα στο φούρνο, είναι μεγάλο το οίκημα, θα χωρέσουνε", είπε κάποιος άλλος.

Δ: Εσείς τα ακούγατε όλα αυτά.

Ν.Ε.: Βέβαια  τα άκουγα. Μόλις άκουσα τι λέγανε κρεμάστηκα από της  αδερφής μου το λαιμό και της είπα θα μας σκοτώσουνε. "Όχι εσάς" μου είπε, "εμάς τους μεγάλους, τα μικρά δεν  τα σκοτώνουν" μου είπε η αδερφή μου. Είκοσι χρονών ήταν αυτή. Ανοίξανε τις πόρτες, μας βάλανε στον φούρνο, εμείς που ήμασταν  από τις πρώτες στην γραμμή ανεβήκαμε  στο ζυμωτήριο επάνω. Μας είπαν  να καθίσουμε. Καθίσαμε, στήσανε μπροστά  ένα πολυβόλο στην πόρτα, στο ζυμωτήριο  επάνω και άρχισαν να μας ρίχνουν. Σκοτώθηκε η μαμά μου πρώτα, μετά η αδερφή μου, μετά άρχισαν να φέρνουν δέματα χόρτα και μας τα έριξαν πάνω μας. Βάλανε φωτιά. Είδα μία  κυρία κατέβαινε με το μωρό της  αγκαλιά, πιάστηκα πίσω από την ρόμπα της και κατέβηκα κάτω. Εκεί  ήταν όλοι σκοτωμένοι και κάτω γεμάτο με νεκρούς. Η κυρία αυτή δρασκέλισε την πόρτα  να κατεβεί, εκείνη την ώρα βρέθηκαν μπροστά της, εγώ θα τους πω ταγματασφαλίτες, και άκουσα που να της λένε "κυρία μου που πας;" και την  μαχαίρωσαν.

Έπεσε αυτή ανάμεσα στην πόρτα, εγώ όπως ήμουνα μικρή δεν με είδανε πίσω. Μπήκα κάτω από τον πάγκο και  δεν με είδανε. Πέρασε  λίγη ώρα και βγήκα. Είδα ησυχία εκεί στην αυλή και βγήκα άκουσα κουβέντες στον δρόμο. Που να πάω; Και έξω στην αυλή είχε σκοτωμένους αρκετούς, όσοι δεν χωρούσαν τους σκοτώνανε στην αυλή και έπεσα μπρούμυτα εκεί επάνω στους σκοτωμένους και έκανα τη νεκρή. Εκεί  πέρασε αρκετή ώρα, δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της. Ήταν νεκρή και το μωρό θήλαζε. Μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα. Εν τω μεταξύ αυτή αιμοραγούσε ακόμα. Επάνω  μου ερχόταν όλο το αίμα, αλλά δεν μιλούσαμε.  Τίποτα κανείς. Άρχισαν να μας κλoτσάνε μήπως έχει κανέναν ζωντανό, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο κόσμος ακόμα ξεψυχούσε και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος ήταν ζωντανός ποιος ήταν νεκρός. Εκεί  περίμενα λιγάκι. Αρχισε να βραδιάζει, άρχισε να καίγεται το οίκημα, ο φούρνος. Δεν μπορούσαμε να καθίσουμε άλλο, δίπλα ήταν το σπίτι μας, πήγα εκεί.

Δ: Ήταν  και άλλοι μαζί σας;

Ν.Ε.: Όχι, εκείνη την ώρα ήμουν μόνη μου. Όλοι οι άλλοι ήταν σκοτωμένοι. Όταν ξεκίνησα να βγω ήταν και δύο παιδάκια πίσω από την πόρτα. Δύο μικρά παιδάκια, αλλά τα έχασα, δεν ξέρω που πήγαν. Εγώ βγήκα έξω, πήγα στο σπίτι το δικό μας που ήταν δίπλα. Δεν ξέρω από πού φύγανε και πώς γλιτώσανε τα παιδάκια αυτά. Από εκεί, από το σπίτι, μόλις βράδιασε, ξεκίνησα να πάω, στα χωράφια. Θυμήθηκα ότι ο μπαμπάς μου ήταν στο χωράφι και ξεκίνησα για το βουνό να πάω να τον  βρω. Δύο ώρες δρόμο μακριά. Στον  δρόμο με βρήκανε κάτι χωριανοί, είδανε που περπατούσα και με βοήθησαν. Εν  τω μεταξύ, εκεί που ανέβαινα στο βουνό, δύο ταγματασφαλίτες με βρήκανε. Αυτοί έκαναν βόλτες, είχαν τα όπλα στους ώμους και κατέβαιναν προς τα κάτω.

Ένας  πήγε από εδώ, ένας από εκεί και  εγώ στην μέση περίμενα να δω τι θα κάνουν. Κατέβασε το όπλο ο ένας να με σκοτώσει, ο άλλος δεν τον άφησε. "Όχι" λέει δεν θα το σκοτώσεις. Θα το σκοτώσω. "Πού είναι η μαμά σου;" με ρώτησαν. Τους είπα ότι την σκοτώσανε. "Ο μπαμπάς σου αντάρτης είναι;" ρώτησαν. "Όχι στο χωράφι είναι", απάντησα. "Και τώρα που θα πας;", είπαν. "Στον μπαμπά μου", είπα. Θα  το σκοτώσω ο ένας, όχι ο άλλος, εγώ περίμενα. Εν τω μεταξύ ήμουν τραυματισμένη, δεν το είχα πάρει είδηση. Στα πόδια μου και στο χέρι μου, τότε είδα. Επειδή την αδερφή μου την κρατούσα αγκαλιά, πέρασε η σφαίρα από της αδερφής μου το κεφάλι και μου έμεινε εδώ στο δικό μου το χέρι και ήταν όλο τούφες από τα μαλλιά της που τραβούσα. Τότε κατάλαβα ότι ήμουνα τραυματισμένη και στα πόδια.

Με  άφησαν αυτοί. Είπε ο ένας στον άλλον, δεν χόρτασες, σκότωσες, έκλεψες. Όχι απαντάει και άλλο θέλω, τι είμαι σαν και εσένα, λέει, που δεν έκλεψες ούτε ένα καλούπι σαπούνι. Οι  δυο τους τώρα μαλώνουνε, εγώ περιμένω… Πάνε μικρή μου, λέει,  εδώ στο  ρέμα να μην σε πιάσει καμιά σφαίρα, να μην σε σκοτώσει κανείς. Εγώ νόμιζα πως θα γυρίσω την πλάτη και θα με τουφεκίσουνε και πήγαινα πίσω-πίσω. Λέει ο ένας:  Όχι μη φοβάσαι δεν θα τον αφήσω να σε σκοτώσει. Πήγα στο ρέμα, κάθισα λίγο. Μόλις πήρε και βράδιασε τότε έφυγα, πήγα στο βουνό, με συνόδευσε ένας χωριανός μας, με βρήκε στον δρόμο και με πήγε στον πατέρα μου.     

Δ: Ο οποίος δεν ήξερε τίποτα;

Ν.Ε.: Είδαν τον καπνό και τους ειδοποίησαν  μην κατεβείτε στο χωριό, γιατί  το χωριό το καίνε, αλλά δεν ήξεραν ότι σκοτώνανε και τον κόσμο. Εγώ ήξερα που ήταν το χωράφι. Ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε. Τι να με κάνει νύχτα στο βουνό; Έβγαλε  το πουκάμισό του, το έσκισε, μου έριξε  ούζο και καπνό στα τραύματά μου και με το πουκάμισό έδεσε  τις πληγές.

Δ: Του είπατε;

Ν.Ε.: Που είναι  η μαμά; ρώτησε. Την σκοτώσανε. Πού είναι η αδερφή σου; Την σκοτώσανε…

Δ: Μετά  γυρίσατε;

Ν.Ε.: Που να γυρίσουμε; Το χωριό στάχτη, το σπίτι  στάχτη, που να γυρίσουμε. Με πήρε καβάλα στο άλογο ο μπαμπάς μου  και ο αδερφός μου, που ήταν μαζί με τον μπαμπά μου. Μας είπανε πως έχει αντάρτες στην Περιστερά και να πάμε εκεί. Εκεί πήγαμε. Προσπάθησαν να μου καθαρίσουν τις πληγές. Στέγνωσε ο καπνός και δεν έβγαινε με τίποτα. Εγώ έκλαιγα ο γιατρός μου έδωσε  και ένα  χαστούκι γιατί έκλαιγα. Από εκεί ήρθαν οι Γερμανοί, μας πήρανε είδηση, τους ειδοποιήσανε ότι στην Περιστερά έχει αντάρτες και ήρθανε με τα αεροπλάνα και άρχισαν χαμηλά να ρίχνουν. Από εκεί, από ρέμα σε ρέμα, με είχανε με ένα φορείο, μια παλιά κουρελού και δύο ξύλα και με κουβαλούσανε μέσα στα βουνά. Πήγαμε  στο Λιβάδι, εκεί είχε αντάρτες. Εκεί κάθε μέρα με αλλάζανε τις πληγές, αλλά το χέρι μου άρχισε να παθαινει σαν  γάγγραινα, είχε μολυνθεί.

Δ: Δεν είχαν  βγάλει την σφαίρα;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  το ήξεραν, δεν μπορούσε να το καταλάβει ο γιατρός, είχε παραμορφωθεί η παλάμη μου. Είχε και έναν Ιταλό γιατρό αιχμάλωτο, που του είπε πως το παιδί έχει σφαίρα μέσα στο χέρι του. Όχι, δεν έχει, θα κόψουμε το χέρι, του απαντούσε. Μάλιστα είπε πως αύριο στις δέκα θα πάμε να κόψουμε το χέρι του παιδιού. Ο Ιταλός είπε στον πατέρα μου, πως θα έρθει κρυφά τη νύχτα, να μην φοβηθεί, και θα βγάλει τη σφαίρα από το χέρι μου. Είπε στον πατέρα μου να μη φοβηθεί, για να μην τον πάρουν είδηση και τον σκοτώσουν. Πράγματι, τη νύχτα σηκώθηκε κρυφά, ήρθε με τον αναπτήρα του μπαμπά μου και το σακάκι, στο εκκλησάκι που κοιμόμασταν, έξω από το Λιβάδι, για να μη φανεί φως μέσα στη νύχτα στο βουνό και μου έβγαλε το μολύβι.  Την άλλη μέρα, η ώρα δέκα που ετοίμασαν  τα πάντα να μου κόψουν το χέρι, άρχισε ο Μάριος, Μάριο τον έλεγαν, να λέει γιατρέ βλέπω το χέρι πάει καλύτερα. Ναι, ναι είπε και ο γιατρός, δεν  θα το κόψουμε, πάει προς το καλύτερο. Με γλίτωσαν από εκεί το χέρι μου. Και έτσι, σιγά-σιγά, συνήλθα.  

Δ: Μετά  τι κάνατε; Γυρίσατε;

Ν.Ε.:  Μετά  γυρίσαμε. Ύστερα από 15 μέρες. Από εκεί μας κυνήγησαν τα αεροπλάνα, οι Γερμανοί και βρεθήκαμε στο Πετροκέρασο. Εκεί  καθίσαμε λίγο καιρό, αλλά εγώ δεν  γινόταν να καθίσω, δεν γιατρευόμουνα  με τα φάρμακα που είχαν οι αντάρτες. Δεν μπορούσα. Και με πήρε ο μπαμπάς μου με κατέβασε, στον Άγιο Βασίλη, είχα μία θεία που είχε ένα σπίτι στο Πετροκέρασο. Και εκεί κάθε μέρα με πήγαιναν στους γιατρούς, μου φτιάχνανε τα τραύματά μου.

Δ: Αυτά  έγιναν το ’44;

Ν.Ε.: Το ’44, σε λίγο καιρό φύγανε και οι Γερμανοί, αλλά ήταν εμείς να περάσουμε την  μπόρα αυτή.

Δ: Είχε  αντάρτες τότε στον Χορτιάτη;

Ν.Ε.: Ε, στο  βουνό θα είχε, αλλά μήπως ξέραμε εμείς. Δεν είχαμε ιδέα εμείς τι είχε και τι δεν είχε. Μπορεί οι μεγάλοι  να είχανε, εγώ δεν ήξερα  τέτοια πράγματα.

Δ: Πόσοι σκοτώθηκαν;

Ν.Ε.: 149 άτομα.

Δ: Και πάρα πολλά παιδιά...

Ν.Ε.: Παιδιά, γέροι, νέοι. Δεν εξαιρούσανε  ηλικία ή άντρας ή γυναίκα. Ό,τι έβρισκαν μπροστά τους σκοτώνανε  και όχι Γερμανοί. Γιατί εγώ  όταν ξεκίνησα να φύγω από το σπίτι  μας, που καιγόταν, να πάω στο βουνό, στον δρόμο εδώ ακριβώς κάνανε βόλτες Γερμανοί. Με είδανε, ούτε καν γύρισαν να μου μιλήσουν.

Δ: Ποιοι δηλαδή ήταν αυτοί; Οι Έλληνες;

Ν.Ε.: Αυτοί που σκοτώνανε ήταν Έλληνες, εγώ  δεν είδα Γερμανό να σκοτώνει. Οι Έλληνες, οι Έλληνες συνεργάτες των  Γερμανών και ύστερα από τόσα χρόνια, έχει τώρα, πόσα χρόνια έχει, έχει 4-5 χρόνια, παραπάνω πρέπει να έχει, με είδανε στην τηλεόραση που μιλούσα, οι ταγματασφαλίτες, που είχα συναντήσει εκείνο το βράδυ. Ο ένας που ήθελε να με σκοτώσει και ο άλλος που δεν τον άφηνε. Αυτοί νόμιζαν πως είχα πεθάνει. Σκέφτηκαν πως δεν θα μπορούσα να επιβιώσω μόνη μου μέσα στη νύχτα. Με είδανε στην τηλεόραση και πήρανε τηλέφωνο στην κοινότητα για να δουν αν θέλω να μιλήσουμε.

Δ: Και μιλήσατε με αυτούς;

Ν.Ε.: Ναι και  με πήρανε τηλέφωνο από την κοινότητα. Μου λένε θέλεις να μιλήσεις με έναν από  αυτούς που σε είδανε; Λέω βεβαίως  θέλω να του μιλήσω, να δω τι θα μου πει. Με  πήρε τηλέφωνο. Του δώσανε το τηλέφωνό μου και με πήρε. Μου λέει σε είδαμε στην τηλεόραση και στενοχωρηθήκαμε.  Πάρα πολύ λυπηθήκαμε. Γιατί λέω, επειδή ζω λυπηθήκατε; Είχατε την εντύπωση ότι πέθανα; Ναι λέει είχαμε την εντύπωση ότι είχες πεθάνει, δεν περιμέναμε να ζήσεις στα χάλια που σε είδαμε. Ήμουνα βουτηγμένη μέσα στο αίμα. Δικό μου αίμα αλλά και άλλων. Ήταν λίμνη το αίμα όπως ξάπλωσα στους νεκρούς επάνω; Και τους λέω τι έγινε τώρα που με είδατε; Ζήτησαν να τους συγχωρήσω. Λέω ναι, αλλά δεν μου λες τώρα, τον ρωτάω,  εσύ ποιος είσαι από τους δυο; Τον έναν τον έλεγαν Βαγγέλη, τον άλλο Δημήτρη 
Δ: Τους  ξέρατε;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  τους ήξερα. Αυτός  μου είπε στο τηλέφωνο, ήμασταν μαζί με τον Βαγγέλη, εγώ  λέγομαι Δημήτρης και ο άλλος  Βαγγέλης. Λέω ποιος όμως από τους δύο ήθελε να με σκοτώσει και ποιος δεν το άφηνε; Δεν το παραδέχτηκε. Όχι, δεν θέλαμε να σε σκοτώσουμε. Ε, πώς δεν θέλατε, αφού κατέβασε το όπλο από τον ώμο και τον έπιασες από τους ώμους να μη με σκοτώσει, πώς γίνεται αυτό; Μου ζήτησε να βρεθούμε από κοντά. Λέω έλα να πιούμε καφέ. Λέω, δεν μου λες σε παρακαλώ, πόση σύνταξη σε βγάλανε που σκότωνες τους ανθρώπους; Και μου το έκλεισε, όταν του το είπα. Μου το έκλεισε. Πέρασε  λίγος καιρός, ήταν Χριστούγεννα και περίμενα εγώ, λέω θα με ξανάπάρει αυτός τηλέφωνο για να μου ζητήσει πάλι συγχώρεση και πράγματι με πήρε.

Με  πήρε και λέει ποιος είναι στο  τηλέφωνο; Μήπως είσαι λέει η κόρη της; Δεν με κατάλαβε την δεύτερη  φορά που πήρε τηλέφωνο. Λέω εγώ  ναι, η κόρη της είμαι, τι θέλετε; Λυπηθήκαμε για την μαμά σας τόσο πολύ που πέρασε αυτά τα πράγματα και έχουμε και εμείς οικογένειες, έχουμε παιδιά, θέλουμε να ζητήσουμε συγχώρεση. Λέω δεν ξέρω, δεν είναι η μαμά μου  εδώ, αλλά δεν χρειάζεται ξανά συγχώρεση. Ας σας συγχωρήσει ο θεός. Τι άλλο να τους πεις;

Δ: Πώς εξηγείς  το ότι το χωριό που είχε γύρω στους 2.500 κόσμο, εκείνη την μέρα ήταν γύρω στα 149 άτομα, τα οποία έπιασαν και σκότωσαν. Πώς εξηγείς το ότι δεν είχαμε περισσότερα θύματα;

Ν.Ε.: Κοίταξε, άλλοι φύγανε στο βουνό. Να πρώτα-πρώτα  η θεία μου. Εγώ είχα μια θεία με τα παιδιά της και έφυγε και  πήγε στο βουνό. Όσοι φοβόντουσαν, πιο δειλοί, φύγανε. Η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει, πήγε μέχρι το σημείο που σήμερα βρίσκεται το μνημείο και γύρισε πίσω. Τι, χαζή είμαι λέει; Έτσι θα σκοτώνουνε τον κόσμο; Εμείς δεν έχουμε ιδέα από τίποτα, γιατί να μας σκοτώσουν;

Δ: Δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο…

Ν.Ε.: Όχι. Τότε ο κόσμος, είχε συναναστροφές με τους Γερμανούς.

Δ: Οπότε δεν φοβότανε.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  φοβότανε. Εμείς μικρά ήμασταν. Εδώ είχε βίλες, εβραίικες βίλες, όπου  καθόντουσαν Γερμανοί. Ερχόμασταν εδώ, στους Γερμανούς, παίζαμε, τους φέρναμε αυγά και μας έδιναν ζάχαρη που δεν είχαμε, κότες σφαγμένες και μας τις πλήρωναν. Δεν μας πείραζαν οι Γερμανοί καθόλου, δεν μας πείραζαν, τώρα ήταν αυτό το σύστημά τους; Ξέρω εγώ; Τώρα  τι έγινε στα τελευταία δεν ξέρω... Εκεί στα Καλάβρυτα, γυναίκες δεν σκοτώνανε, μονάχα άντρες και παιδιά από 12 χρονών και επάνω, από 12 χρονών και κάτω δεν σκοτώνανε. Τώρα  τι διαταγές είχανε και πώς τις  είχαν τις διαταγές δεν ξέρω.

Δ: Μήπως η παρουσία του Σούμπερτ συνέβαλε στο να γίνουν πιο σκληροί… Μήπως έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί σκοτώνανε όποιον έβρισκαν μπροστά τους;

Ν.Ε.: Ναι, κοίταξε  τώρα, για παράδειγμα αυτός ο ταγματασφαλίτης να τον πω εγώ, ο Δημήτρης όπως μου είπε ότι τον λένε, όταν τον ρώτησα πώς ήρθατε εσείς και σκοτώνατε; γιατί το κάνατε; Μου απάντησε ήταν 20 χρονών παιδιά, τους είπαν πηγαίνετε στον Χορτιάτη και ότι θέλετε κάντε. Τους διέταξαν οι Γερμανοί να έρθουν στον Χορτιάτη μου είπε. Και ήρθαν με τα GMC τότε, με τα στρατιωτικά τα αυτοκίνητα των Γερμανών. Και επειδή σας είπαν λέω ότι θέλετε κάντε, εσείς όποιον βρίσκατε σκοτώνατε; Αυτή ήταν η διαταγή που είχαμε μου είπε.


Πηγή: tvxs.gr

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

17/8/1944-17/8/2012 : 68 XΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://e-oikodomos.blogspot.com Αφιέρωμα στο μπλόκο της μαρτυρομάνας Κοκκινιάς, με αφορμή την 68η επέτειο μνήμης και τιμής, μέσα από την αφήγηση του αγωνιστή Στρ. Ευστρατιάδη που το έζησε. Α΄μέρος. «Λίγες ώρες προτού ξημερώσει η 17η Αυγούστου 1944, πολλά γερμανικά αυτοκίνητα κατάφορτα Γερμανούς στρατιώτες και πλούσιο πολεμικό υλικό, περικυκλώσανε τη Νίκαια στα σημεία εξόδου της για Πειραιά, Κερατσίνι, Άνω Κορυδαλλό, Γ’ Νεκροταφείο. Μαζί με τους Γερμανούς είχαν έρθει κι εκατοντάδες τσολιαδοντυμένοι ταγματασφαλίτες και χωροφύλακες –συνεργάτες του στυγνού καταχτητή- για να λάβουν μέρος στην εγκληματική επιχείρηση. Το γενικό πρόσταγμα σε αυτό το ανθρωποκτόνο και αδελφοκτόνο έργο είχαν δυο πρώην Έλληνες αξιωματικοί. Ο συνταγματάρχης Ι. Μπλυτζανόπουλος και ο ταγματάρχης Γ. Σγούρος. Βρέθηκα στο χώρο του μπλόκου από νωρίς. Το σπίτι μου ήταν πολύ κοντά στην πλατεία Οσίας Ξένης, όταν τα χαράματα άκουσα τα χωνιά των συνεργατών του κατακτητή να ουρλιάζουν έξω, σκορπίζοντας την τρομερή απειλή. «Όλοι οι άντρες από 14 μέχρι 60 χρονώ, να συγκεντρωθούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης με τις αστυνομικές τους ταυτότητες στα χέρια μέσα σε πέντε λεπτά. Μετά τη λήξη της προθεσμίας, όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα εκτελούνται επί τόπου». Ήταν επόμενο, η είδηση να με αναστατώσει. Αποχαιρέτισα τότε βιαστικά τους δικούς μου και βγήκα στο δρόμο, με κατεύθυνση την πλατεία. Όταν έφτασα κοντά στο φαρμακείο που βρίσκεται στη γωνία Κύπρου-Θείρων, με σταμάτησε ένας ταγματασφαλίτης κι αφού διαπίστωσε από την αστυνομική μου ταυτότητα την ηλικία μου, με οδήγησε στη θέση που έπρεπε να καθίσω. Τότε πρόσεξα ότι εκεί ήταν συγκεντρωμένοι αρκετοί άντρες που είχαν έρθει πριν από μένα και κάθονταν ανακούρκουδα ή γονατιστοί ο ένας δίπλα στον άλλο κατά πεντάδες, με διαφορά ηλικίας πέντε χρόνια η μια πεντάδα από την άλλη και με μέτωπο τα Κιλικιανά. Αν θυμάμαι καλά, στην πρώτη σειρά με τις πεντάδες που άρχιζε από τη γωνία Κύπρου-Θείρων, συγκεντρώνονταν τα νέα παιδιά από 15 ως 20 χρονώ, ακολουθούσανε σε παράλληλη γραμμή οι πεντάδες με τους άντρες από 21 ως 25 χρονώ, και οι παράλληλες γραμμές με τις πεντάδες φτάνανε μέχρι τους ηλικιωμένους, τους εξηντάρηδες και πάνω. Για να κυκλοφορούν ελεύθερα τα εκτελεστικά όργανα του μπλόκου (οι Γερμανοί, οι συνεργάτες τους και οι προδότες), υπήρχαν διάκενα ανάμεσα στις σειρές με τις πεντάδες. Κι ακόμα, για να κυκλοφορούν οι μάρτυρες της εθνικής αντίστασης που είχανε συλληφθεί από τα όργανα του κατακτητή. Είχα καθίσει ανακούρκουδα πάνω στο ζεστό αυγουστιάτικο χώμα της πλατείας, όπως κάθονταν άλλωστε και όσοι άντρες είχανε οδηγηθεί ως τότε εκεί και παρακολουθούσα γύρω την όλη κίνηση με σφιγμένα χείλη, ενώ οι πεντάδες όλο και πύκνωναν με την προσέλευση και άλλων ανδρών, που σκεφτικοί και σιωπηλοί προχωρούσανε να καταλάβουν τη θέση τους. Κάθε τόσο ακούγονταν γύρω πυροβολισμοί, κρότοι από αυτόματα όπλα, φωνές άγριες, σκληρές βρισιές. Σε τέσσερα επίκαιρα σημεία της πλατείας, οι Γερμανοί είχανε στήσει πολυβόλα με στόχο τον ανυπεράσπιστο κόσμο της πλατείας, έτοιμοι να «χτυπήσουν» με την παραμικρή αιτία. Και είναι αλήθεια ότι κάποια ώρα «χτύπησαν» άγρια, σ’ ένα σημείο της πλατείας. Στο μεταξύ, ο ήλιος έπεφτε από ψηλά όλο και πιο καυτερός, πύρωνε τα μούτρα και τ’ αυτιά, μάζευε τον ιδρώτα στα κορμιά. Και παρόλο που κουράζονταν τα πόδια, επειδή παραμέναμε στη θέση μας γονατιστοί ή ανακούρκουδα, δεν είχαμε την ευχέρεια να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα για να σηκωθούμε όρθιοι, γιατί τα πυρά του εχθρού ήταν έτοιμα να μας χτυπήσουν. Καμιά φορά που μερικοί «άτακτοι» από τις πεντάδες σηκώνανε λίγο το κορμί για να ξεμουδιάσουν, οι πιο τολμηροί μόλις τους προσέχανε, φωνάζανε ανήσυχα: - Καθίστε κάτω!... Καθίστε ήσυχα να δούμε τι θα γίνουμε… Δε βλέπετε τον κίνδυνο που μας παραμονεύει απ’ ολούθε;… Από τις οκτώ κι έπειτα η δραστηριότητα των Γερμανών, μαζί με τους εθνοπροδότες συνεργάτες τους για την εφαρμογή του εγκληματικού έργου τους, εκδηλώθηκε έντονη. Ανάμεσα στα διάκενα αρχίσανε να εμφανίζονται σκληροί και προκλητικοί, πότε σε μικρές ομάδες, πότε μεμονωμένοι, τα όργανα του κατακτητή μαζί με τους συνεργάτες τους και κάποιους προδότες που περνοδιαβαίνανε ρίχνοντας πάνω μας το γεμάτο μοχθηρία βλέμμα τους. Κάθε τόσο, μερικοί σταματούσανε απότομα κοντά στις πεντάδες και με κλοτσιές ή σκαμπιλιές σηκώνανε έναν, δυο, τρεις, όσους άντρες θέλανε, είτε γιατί τους είχανε αναγνωρίσει από τη δράση τους σε αντιστασιακή οργάνωση, είτε για να εκδικηθούν παλιά προσωπική τους υπόθεση, κι ακόμα, είτε για τη φάτσα τους… δεν τους άρεσε ή τους προκαλούσε. Οπότε, τους οδηγούσανε προσωρινά σ΄ ένα χώρο της πλατείας, έξω από το γωνιακό καφενείο που βρίσκεται δίπλα στο φούρνο του μακαρίτη Χ. Θεοδωρίδη (από την οδό Θείρων) με προέκταση το επιπλάδικο του Βίδου. Για κείνους που έζησαν το δράμα του μπλόκου, ο εν λόγω χώρος είχε χαρακτηριστεί χώρος μελλοθανάτων, γιατί μετά τη συγκέντρωση εκεί αρκετού αριθμού πατριωτών, είτε προέρχονταν αυτοί από κείνους που είχανε συλληφθεί με υπόδειξη των προδοτών μέσα στην πλατεία της Οσίας Ξένης, είτε είχανε συλληφθεί σε διάφορα σημεία της Νίκαιας με την κατηγορία ότι αποτελούν επικίνδυνα στοιχεία, κάθε τόσο, σε μικρές ομάδες, ακολουθούσανε ένα Γερμανό που τους οδηγούσε στη μάντρα της οδού Κιλικίας για εκτέλεση. Υπάρχει μαρτυρία Νικαιώτη ότι στον τρομερό εκείνο χώρο που είχε λίγη σκιά, κάποια στιγμή ήρθε βιαστικά ένας νέος άντρας ίσαμε είκοσι πέντε χρονώ και μη γνωρίζοντας σίγουρα, προχώρησε και κάθισε γονατιστός κοντά στους μελλοθάνατους, παρά τ’ ανήσυχα βλέμματα και τα σχετικά νοήματα πολλών αντρών από τις κοντινές πεντάδες ν’ απομακρυνθεί από την επικίνδυνη εκείνη θέση. Τελικά, δεν τους αντιλήφθηκε, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί μαζί με τους επιλεγέντες για εκτέλεση στη μάντρα… Κάποια στιγμή έγινε ένας δυνατός θόρυβος κι ανάμεσα από ένα τσούρμο Γερμανούς, ταγματασφαλίτες και προδότες, πρόβαλε από τα κοντινά διάκενα τρικλίζοντας ένα λεβεντόκορμο παλικάρι, με το πουκάμισο που φορούσε σχισμένο και ματωμένο, με αίματα στο κούτελο και στα μπράτσα, με τα μαλλιά του άτακτα και σκονισμένα – σημάδια χαρακτηριστικά της απάνθρωπης δοκιμασίας που είχε υποστεί – αλλά και μ’ ένα βλέμμα σκληρό και γεμάτο περιφρόνηση για τα ανθρώπινα κατακάθια που τον συνοδεύανε. Ήταν, όπως ψιθυρίστηκε, ο Κώστας Περιβόλας, ένα από τα αγνά παλικάρια της Νίκαιας που είχε ενταχθεί στις γραμμές της εθνικής αντίστασης για το ξεσκλάβωμα της πατρίδας. Ώσπου σε λίγο, όταν όλος ο συρφετός των κτηνανθρώπων έφτασε κοντά μας, ακολουθώντας τα μετά κόπου σερνάμενα βήματα του Περιβόλα, ένας ταγματασφαλίτης, που κρατούσε στα χέρια του ένα κλαρί δέντρου με ρόζους και κάθε τόσο τον χτυπούσε παθιασμένα στα πλευρά, έσκυψε πάνω του και του είπε άγρια: - Μαρτύρα, μωρέ!... Τήρα έναν έναν όλους εδώ κατάματα και πες μας, δείξε μας, ποιος ή ποιοι ήταν στην οργάνωση μαζί σου;… Και σε μας οργισμένα: - Σηκώστε ρε τα κεφάλια σας και τηράτε τον βαθιά στα μάτια… Φυσικά εμείς, υποταγμένοι στην προσταγή του στυγνού ταγματασφαλίτη, είχαμε στρέψει λοξά το βλέμμα, στο σημείο απ’ όπου περνούσε ο Κώστας και τον κοιτάζαμε, όχι βέβαια με φόβο μην υποδείξει κανένα για συνεργάτη του στον πατριωτικό αγώνα, αλλά με βαθύ πόνο ψυχής για την τραγική κατάσταση που τον είχανε φέρει οι ελεεινοί οργανωτές του μπλόκου. Με το κεφάλι γερμένο δεξιά και πασχίζοντας ν’ αντέξει στους πόνους του, ο Κώστας Περιβόλας συνέχιζε το δρόμο του μέσα από τα διάκενα τρικλίζοντας. - Λέγε ρε καθίκι, λέγε ρε βρωμόσκυλο, με αυτές τις φριχτές και άλλες ακατανόμαστες λέξεις συνέχιζε να πιέζει τον ήρωα ο ίδιος ταγματασφαλίτης. Λέγε ποιους γνωρίζεις… Και κάθε τόσο του ‘δινε απανωτές χαστουκιές… - Σας είπα… Δεν πρόκειται ν’ απαντήσω σ’ αυτό που ρωτάτε… Μην επιμένετε… Ήταν τα μόνα λόγια που βγαίνανε σβησμένα από τα χείλη του ανάμεσα από τη βαριά του ανάσα. Τον παραλάβανε μετά εκεί δυο άλλοι ταγματασφαλίτες κι ένας Γερμανός – το ίδιο αιμοβόροι – και πέσανε πάνω του με μπουνιές και χαστούκια. Αλλά ο Περιβόλας δεν ήταν από τα παλικάρια που λυγίζουν εύκολα. Αντιστεκότανε, πάλευε σκληρά με τους βασανιστές του. Απογοητευτήκανε τότε τα θεριά και τον παραδώσανε στον αρχηγό του μπλόκου τον Ι. Μπλυτζανόπουλο. - Μίλα, μωρέ… Μίλα, γιατί θα σε σκοτώσω, φώναζε οργισμένα ο στιγματισμένος αξιωματικός. Και μαστίγωνε απανωτά το παλικάρι. Όμως ο Περιβόλας πάλι δεν αποκρινότανε. Μονάχα έσκουζε σε κάθε μαστίγωμα και μετά βογγούσε χαμηλόφωνα. Τότε ο Μπλυτζανόπουλος τον έσπρωξε απότομα, τον έριξε στο έδαφος και άρχισε να τον κλωτσά. Το παλικάρι σπάραζε από τους φριχτούς πόνους του. ώσπου, τη σκληρή εκείνη στιγμή, νιώθοντας ίσως τη μικρή ζωή του να φτάνει στο τέρμα της, άξαφνα, άρπαξε το ένα χέρι του βασανιστή και άρχισε να το δαγκώνει με αγανάχτηση, με οργή, με πείσμα, στην προσπάθεια να τον πονέσει, να τον πληγώσει, να του αφήσει σημάδια, σαν να ήθελε έτσι να τον τιμωρήσει με τις ελάχιστες δυνάμεις που του είχανε απομείνει για την κτηνώδη συμπεριφορά του. - Ωχ!... έβγαλε τότε ο Ι. Μπλυτζανόπουλος κραυγή πόνου, προσπαθώντας να τραβήξει το χέρι του από τα δόντια του Περιβόλα. Ακούσανε τον αρχηγό τους οι ταγματασφαλίτες και οι χωροφύλακες και τρέξανε σε βοήθεια. Σαν τα κοράκια χιμήξανε πάνω στο παλικάρι, έτοιμοι να τον λιντσάρουν. Και δώστου τον χτυπούσανε, τον δέρνανε άδεια. Τότε ο Ι. Μπλυτζανόπουλος τράβηξε από την τσέπη του με το άλλο χέρι το πιστόλι του και το άδειασε στα μυαλά του Κώστα Περιβόλα». Όσο προχωρούσανε οι ώρες, η τρομοκρατία στην πλατεία της Οσίας Ξένης όλο και περισσότερο δυνάμωνε. Φωνές σκληρές, πυροβολισμοί, ριπές από πολυβόλα και κλάματα πολλών γυναικών από τα ακραία σημεία της πλατείας, μαζί με παρακάλια στα όργανα του μπλόκου, να τις αφήσουν για λίγα λεπτά να πλησιάσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, για να μιλήσουν μαζί τους στα γρήγορα. Στο μεταξύ, όλη η πλατεία και οι γύρω στην πλατεία πάροδοι και λοιποί χώροι, είχανε γεμίσει από εκατοντάδες άντρες και οι Γερμανοί με τους προδότες και τους ταγματασφαλίτες, περνοδιαβαίνανε ανάμεσα από τα διάκενα, ρίχνοντας πάνω μας τη φαρμακερή ματιά τους, σαν να αναζητούσανε κάποιον, έτοιμοι να τον κατασπαράξουν, να τον συντρίψουν. Προπαντός, όταν περνούσανε από κοντά μας τρεις από τους προδότες, μας κυρίευε τρομερή αναταραχή και αγωνία. Τον ένα τον λέγανε Πατράνη και είχε δεμένο το κεφάλι του με ένα λερωμένο πανί, τον άλλο Βακαλόπουλο, με κουρεμένα τα μαλλιά, με ακάλυπτο το στήθος και με ένα ζευγάρι παπούτσια κάτω από την μασχάλη του. Γι’ αυτό ίσως περπατούσε ξυπόλητος. Όσο για τον τρίο, αυτός ήταν ψηλός, με μάσκα στο πρόσωπο. Καθώς τα ελεεινά αυτά πλάσματα προχωρούσανε, πάντα κάτω από το άγρυπνο μάτι των Γερμανών και των συνεργατών τους, κάθε τόσο, είτε απλώνοντας απότομα το χέρι τους σε έναν από τους άντρες που κάθονταν στις πεντάδες, είτε υψώνοντας άγρια τη φωνή τους, ζητούσανε να σηκωθεί αμέσως από τη θέση του, για να προχωρήσει στο χώρο των μελλοθανάτων, παρά τις παρακλήσεις και διαμαρτυρίες του άτυχου. Προπαντός ο Πατράνης και ο Βακαλόπουλος, που συχνά βαδίζανε μαζί, θαρρείς και συναγωνίζονταν ποιος από τους δυο θα υπερισχύσει στην προδοσία και την ατιμία. Και εκτελώντας την… αποστολή τους, φαίνεται διασκεδάζανε πολύ. Γελούσανε δυνατά, αστειεύονταν μεταξύ τους. Άξαφνα, το ντουέτο Πατράνης-Βακαλόπουλος σταμάτησε σε μικρή απόσταση από τη θέση μου και ο Πατράνης ρίχνοντας τη φριχτή ματιά του πάνω σε ένα νέο παλικάρι με αδύνατο κορμί και αδύνατα μπράτσα που καθότανε στην αριστερή μπροστινή μου πεντάδα, φώναξε: - Σήκω πάνω… Το νέο παλικάρι, αλλά κι ένα άλλο που καθότανε δίπλα του κι έδειχνε μεγαλύτερο, κουνηθήκανε από τη θέση τους αναστατωμένοι, έτοιμοι να αντιδράσουν. Επενέβη όμως εκείνη τη στιγμή ο Βακαλόπουλος, ο δεύτερος προδότης. - Άστονε, μωρέ Γιώργο, αυτόν, του είπε μ’ ένα σατανικό χαμόγελο. Αυτός δείχνει ψοφίμι… Σήκωσε κανέναν άλλο... - Μην ανακατεύεσαι, ρε, στη δουλειά μου, άκουσες; Αντέδρασε με θυμό ο Πατράνης. - Αυτόν θέλω να σηκώσω. - Μα εγώ… εγώ… ψέλλισε με τρεμάμενα χείλη το παλικάρι, και είχε χλωμιάσει σαν λείψανο. Μα εγώ δεν έχω κάνει τίποτα… Δεν έχω ανακατευτεί με τίποτα. - Σου είπα να σηκωθείς για να μη σου αρχίσω τις σφαλιάρες… Άκουσες; έκανε σκληρά ο προδότης. - Σίγουρα κάνεις λάθος, Γιώργο, τόλμησε να τον υπερασπιστεί ο άλλος που όπως αποδείχτηκε ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός. Ο Γιάννης δεν είχε πάρε δώσε με τίποτα. Οπότε, ο βρώμικος Πατράνης άναψε περισσότερο. - Βούλωσ’ το ρε εσύ εκεί, φώναξε με τον ίδιο σκληρό τόνο. Βούλωσ’ το, για να μην πω να σηκωθείς κι εσύ… - Μα σε τι έφταιξα; έκανε ξεψυχισμένα το αδύνατο παλικάρι, σε μια τελευταία προσπάθεια ν’ αμυνθεί. Κι άρχισε να τρέμει. Τότε ο προδότης Πατράνης όρμησε πάνω του, το άρπαξε από τα μαλλιά και με χαστουκιές το έσυρε έξω. Το παλικάρι είχε πέσει στα πόδια του προδότη κλαίγοντας, ενώ ο αδελφός του από τη θέση του εκλιπαρούσε το ανθρωπόμορφο τέρας, επικαλούμενος γνωριμία πολλών χρόνων σαν γείτονες. Μπρος στην επίμονη επίκληση του αδελφού, ο Πατράνης έγινε θεριό. - Σου απαντώ για τελευταία φορά, βρυχήθηκε. Βούλωσ’ το… Γιατί αν ξαναμιλήσεις, θα σηκώσω και σένα, οπότε δε σε σώζει τίποτα… Μετά την τρομερή αυτή απειλή, όλοι εμείς που καθόμαστε κοντά του, παγώσαμε. Και δώσ’ του να τον παροτρύνουμε ψιθυριστά να μην ξαναμιλήσει, να τον θερμοπαρακαλούμε… Όσο για το αδύνατο παλικάρι, το μικρότερο αδελφό, αυτό από κείνη τη στιγμή ήταν καταδικασμένο. Το άρπαξε ένας Γερμανός κι ένας τσολιαντυμένος και τραβήξανε μαζί στο χώρο τω μελλοθανάτων για τα περαιτέρω… Ανάμεσα στα προδομένα ηρωικά παλικάρια της εθνικής αντίστασης που σύρθηκαν στην τρομερή μάντρα της οδού Κιλικίας για εκτέλεση, προβάλλει στη μνήμη μου –παρόλο που κύλησαν από τότε 46 ολόκληρα χρόνια- σαν η πιο τραγική ηρωική μορφή, ο Απόστολος Χατζηβασιλείου. Χωρίς υπερβολή η εμφάνιση του Χατζηβασιλείου εκείνο το πρωί στην πλατεία της Οσίας Ξένης ήταν κάτι σαν αναπαράσταση των παθών του Χριστού. Κι αν ο Χατζηβασιλείου δε φορούσε το ακάνθινο στεφάνι, κι αν δεν έσερνε το σταυρό του μαρτυρίου του προχωρώντας από τα διάκενα στο Γολγοθά του –στη μάντρα-, ωστόσο, το σακατεμένο από τα άγρια χτυπήματα κορμί του, το τρυπημένο ένα του μάτι με χυμένο το ασπράδι του στο μάγουλό του, το πληγιασμένο θαρρείς από πολλές χαρακιές ξυραφιού πρόσωπό του, κι ακόμα, η σκληρή διαπόμπευσή του με τα ηχηρά χάχανα, τους χλευασμούς και τις αισχρές χειρονομίες πάνω του, που μονάχα με τα μαρτύρια του θεανθρώπου μπορούν να συγκριθούν. Προχωρούσε από τα διάκενα, με βήματα αργά και άτονα, τρικλίζοντας. Ένα μαντίλι κατακόκκινο από αίματα κρατούσε στο χέρι του, που του χρησίμευε για να σκουπίζει κάθε τόσο τα πληγιασμένα του μάγουλα που ξερνούσανε αίμα. Τον συνόδευε ένας Γερμανός και δυο τσολιαδοντυμένοι συνεργάτες του και κάθε τόσο τον χτυπούσαν στα διάφορα σημεία του κορμιού του, ο Γερμανός με τον υποκόπανο του όπλου του και οι ταγματασφαλίτες, ο ένας με μια ξύλινη βέργα κι ο άλλος με κλοτσιές και με μπουνιές. - Έλα, κυρ λοχαγέ… Μη μας παιδεύεις άλλο… Πάρε την απόφαση και δείξε μας, ποιοι από τους άντρες σου –συγγνώμη! Από τους στρατιώτες σου ήθελα να πω-, κάθονται τώρα γύρω μας και σε βλέπουν;… Τούτα κι άλλα παρόμοια λόγια του έλεγε ο ένας από τους δυο ταγματασφαλίτες, συμπληρώνοντας, «γιατί… γιατί αλλιώτικα θα βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να σε οδηγήσουμε στο μπαμ… μπαμ…». Κι ο άλλος ταγματασφαλίτης, ξεκαρδισμένος στα γέλια για το «νόστιμο» αστείο του συναδέλφου του, στην προσπάθεια φαίνεται να δώσει πιο «εύθυμο» τόνο στη σκηνή, χραπ, κάθε τόσο έδινε και μια δυνατή σφαλιάρα στο σβέρκο του εθνομάρτυρα. Ο Απόστολος Χατζηβασιλείου, κλονιζότανε για μια στιγμή, λυγίζανε τα γόνατά του, έδειχνε έτοιμος να σωριαστεί στο έδαφος, όμως τελικά συγκρατιότανε, ισορροπούσε. Και ανασαίνοντας βαθιά, καθώς μας κοιτούσε με σβησμένο το βλέμμα του, ψέλλιζε: - Πατριώτες!... κοιτάξτε με άφοβα στα μάτια!... Δεν πρόκειται να γίνω προδότης. Τον είχε σηκώσει ανάμεσα από την ανθρωποθάλασσα της πλατείας ο προδότης Πατράνης, με αλαλαγμούς σατανικού θριάμβου. - Ω!... Ω!... να κι ο κυρ λοχαγός… Κυρ λοχαγέ, πρόσθεσε κοροϊδευτικά, λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω ότι σας συλλαμβάνω… Και το σιχαμερό σκουλήκι της φυλής μας ρίχτηκε πάνω στον αξέχαστο Αποστόλη με παθιασμένο μίσος. Όπως στην περίπτωση του Περιβόλα, κι εδώ εφαρμόστηκε η ίδια τακτική. Προσπάθεια να καταφέρουν το παλικάρι με χίλια δυο βασανιστήρια να μαρτυρήσει, δηλαδή να προδώσει φίλους και συνεργάτες του στον απελευθερωτικό αγώνα, όσους θ’ αναγνώριζε ανάμεσα στο πλήθος. Αλλά ο Αποστόλης στάθηκε υπέροχος, πραγματικός ήρωας. Δε λύγισε και δε μίλησε, δε μαρτύρησε. Όπως είχε περιφρονήσει τους ελεεινούς υπανθρώπους που τον περιτριγυρίζανε, είχε περιφρονήσει θαρρείς και τους τρομερούς πόνους του κορμιού του. Ή, κι αν δεν μπορούσε να τους περιφρονήσει ολότελα, όμως, τους κρατούσε καρτερικά στα δόντια. Ώσπου αργότερα ο Αποστόλης Χατζηβασιλείου, αφού με την επίμονη άρνησή του να προδώσει σκόρπισε την απογοήτευση στους βασανιστές του, οδηγήθηκε μισοπεθαμένος στη μάντρα για εκτέλεση. ΒΙΝΤΕΟ ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ: ΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ:ΤΑΓΜΑΤΑΣΦΑΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ: ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ-ΑΦΗΓΗΣΗ:ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ/ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ: ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ-ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗ: ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ 2-ΑΦΗΓΗΣΗ:ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ/ΕΡΜΗΝΕΙΑ:ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ: ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ 3-ΑΥΓΟΥΣΤΕ/ΕΡΜΗΝΕΙΑ:ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗ: ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ 4-ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ'ΡΘΕΙ ΝΑ ΣE ΒΡΕΙ/ΕΡΜΗΝΕΙΑ:ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ: Αποστόλης Χατζηβασιλείου, ΠΑΡΩΝ! Παναγιώτης Ασμάνης , ΠΑΡΩΝ! Διαμάντω Κουμπάκη, ΠΑΡΟΥΣΑ ! Καζακίδης Στέλιος, ΠΑΡΩΝ! Κων/νος Περιβόλας, ΠΑΡΩΝ! Αθηνά Μαύρου, ΠΑΡΟΥΣΑ!..... .................................... ΠΑΡΩΝ ! ΠΑΡΩΝ ! ΠΑΡΟΥΣΑ !.........176 οι εκτελεσμένοι. ΟΛΟΙ ΠΑΡΟΝΤΕΣ! ΑΘΑΝΑΤΟΙ!!!ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΕΚΤΕΛΕΣΜΕΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΠΛΟΚΟΥ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ!!!!! ΥΣΤ:Δεν εχουμε δημοσιευσει εικονες γιατι γραφουμε απο ξενο υπολογιστη,οποτε δε μπορουμε να αποθηκευσουμε αρχεια εδω. Απο Σεπτεμβριο θα ειμαστε κοντα σας,σε καθημερινη βαση. Αντιστασιακο δελτιο.

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

ΣΟΚ!!!ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΝΕΑΡΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΟΤΙ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΗΝ ΒΙΑΖΕ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ ΣΤΑ 13 ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑ!!!


Μετά την απόφαση τη Γ.Σ. της ΕΛΜΕ Λασιθίου, να διαγράψει από το Σύλλογο τον γυμναστή Γιώργο Πετράκη με την αιτιολογία ότι διέσπειρε ναζιστική προπαγάνδα και στρατολογούσε μαθητές μέσα στα Σχολεία και τα Γυμναστήρια της πόλης, το αυγό του φιδιού γέννησε το μόρφωμά του. Ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ κ. Καλλιμάντζαλης Βασίλειος κατήγγειλε από το βήμα του τοπικού Ρ/Σ σταθμού ΗΧΩ 99.8, τη δράση του συγκεκριμένου ατόμου και εξήγησε γιατί η ΕΛΜΕ προχώρησε στην απόφαση αυτή…. Η σύζυγος του Πετράκη, Φλεβαράκη Μαρία, υποψήφια Βουλευτής στο Νομό Λασιθίου με τη Χρυσή Αυγή, απαίτησε να βγει ο σύζυγός της στον αέρα για να διαψεύσει τις «ανήθικες» σε βάρος του κατηγορίες. Πράγμα που και έγινε. Ο Γ. Πετράκης βγήκε στον άερα και υπερασπίστηκε τον εαυτό του με έντονο, προκλητικό ύφος. Η συνέχεια είναι σοκαριστική. Μία γυναίκα, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, απόφοιτος του ΤΕΦΑΑ (που τα στοιχεία της έχουν διαρρεύσει στον Τύπο, κατόπιν επιθυμίας της), οργισμένη ζήτησε το βήμα του σταθμού για να καταγγείλει τον κατα συρροή βιασμό της από το ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής Γιάννη Πετράκη, όταν ήταν 13 ετών. Το αρχείο ήχου έχει πάρει το δρόμο για τον Εισαγγελέα. Ακούστε το εδώ: ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΘΥΜΑΤΟΣ ΠΑΙΔΕΡΑΣΤΗ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗ νο 1: ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΘΥΜΑΤΟΣ ΠΑΙΔΕΡΑΣΤΗ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗ νο 2: ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΘΥΜΑΤΟΣ ΠΑΙΔΕΡΑΣΤΗ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗ νο 3: Επισης δειτε το πολυ καλο αρθρο του jungle-report.blogspot σχετικα με το ποιοι ειναι οι Χρυσαυγιτες,τα σαπια μελη τους και το τι πρεσβευουν: ΦΑΚΕΛΟΣ "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ" Για οσους δεν το θυμουνται ας ξαναδουμε ποιοι ειναι αυτοι που ψηφισαν,οσοι ψηφισαν Χρυση Αυγη: ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΕΣ!!!ΜΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΛΗΣΤΩΝ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ: Tου Τάκη Γιαννόπουλου «Είμαστε νόμιμο πολιτικό κόμμα αναγνωρισμένο από τον Άρειο Πάγο» δηλώνει κάθε λίγο και λιγάκι η Χρυσή Αυγή και ο Φύρερ της Ν. Μιχαλολιάκος. Η κάψα των Χρυσαυγιτών για πολιτική νομιμοποίηση είναι λογική προκειμένου να αποσείσουν από πάνω τους την ταμπέλα του φασίστα-μαχαιροβγάλτη και να παριστάνουν τις αθώες (εθνικιστικές μόνο) περιστερές. Κι αυτό προκειμένου να ξεγελάσουν την κοινή γνώμη και να το παίξουν αντισυστημικοί, πατριώτες, λαϊκοί αγωνιστές – οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που πραγματικά είναι: συμμορία ναζιστών δολοφόνων, γνήσιοι σύντροφοι του στυγνού δολοφόνου φασίστα Νορβηγού Αντερς Μπρέιβικ που σκότωσε 77 ανθρώπους πέρυσι στο Όσλο και συμπεριλάμβανε τη Χρυσή Αυγή στα κιτάπια του σαν εμπνευστή των πράξεών του. Ας δούμε όμως έναν-έναν μερικούς από τους κατά καιρούς «νόμιμους» υποψήφιους και στελέχη της Χρυσής Αυγής: 1. Νίκος Μιχαλολιάκος, γενικός γραμματέας, δημοτικός σύμβουλος δήμου Αθήνας, επικεφαλής ψηφοδελτίου: Συνελήφθη το 1976 για τον ξυλοδαρμό δημοσιογράφων σε επεισόδια στην κηδεία του βασανιστή της χούντας Ε. Μάλλιου. Κρατήθηκε για λίγους μήνες στον Κορυδαλλό αλλά δεν δικάστηκε ποτέ λόγω «τυπικών κωλυμάτων»… Τον Ιούλιο του 1978 ξανά συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για συμμετοχή σε ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση, κατοχή όπλων, εκρηκτικών και τοποθέτηση βομβών σε κεντρικούς κινηματογράφους που πρόβαλλαν προοδευτικές ταινίες (Έλλη και Ρεξ). Δηλωμένος και «υπερήφανος» Χιτλερικός-χουντικός-αντισημίτης-ρατσιστής άξιος μαθητής του μέντορα του ελληνικού φασισμού Κ. Πλεύρη από την εποχή της χουντικής οργάνωσης 4η Αυγούστου. Πρόσφατα αποκαλύφτηκε ότι αυτός, η γυναίκα του και ο κουνιάδος του είναι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου-οίκου ανοχής Νew Dream στην οδό Λιοσίων στην Πλ. Αττικής. Μιας περιοχής δηλαδή που υποτίθεται ότι οι Χρυσαυγίτες την «καθάρισαν». Ποια η απάντηση του ίδιου γι αυτό; Εμείς απλά το νοικιάζαμε σε βορειοηπειρώτες και ο υπάλληλος δεν ήταν αλλοδαπός αλλά Έλληνας με καναδική υπηκοότητα. Αργότερα σε διορθωμένη ανακοίνωση έφυγε και η καναδική υπηκοότητα για να μείνει ότι ο υπάλληλος είναι Έλληνας. Με άλλα λόγια το τι ακριβώς γινόταν στο ξενοδοχείο του και πόσο νόμιμο ήταν αυτό, είναι το τελευταίο πράγμα που τον απασχολεί – το θέμα είναι αν όσοι δουλεύουν εκεί είναι «Έλληνες». 2. Ηλίας Κασιδιάρης, εκπρόσωπος τύπου και υποψήφιος βουλευτής στο Υπόλοιπο Αττικής: Δικάζεται στις 14 Μαίου (δηλ 8 μέρες μετά τις εκλογές) με τις κατηγορίες της συνδρομής σε ληστεία, απρόκλητη επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Συγκεκριμένα συμμετείχε και βοήθησε 5 νεοναζί που επιτέθηκαν με γκλομπ και μαχαίρι σε καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου και κατόπιν διέφυγαν με το αυτοκίνητο του Κασιδιάρη. 3. Θέμις Σκορδέλη, υποψήφια βουλευτής Α΄ Αθηνών: Κατηγορούμενη μαζί με άλλους 2 για σοβαρό τραυματισμό με μαχαίρι Αφγανού μετανάστη τον περασμένο Σεπτέμβρη (2011). Το θύμα την αναγνώρισε και της έκανε μήνυση. Η δίκη έχει ήδη αναβληθεί 3 φορές με ευθύνη της Σκορδέλη και της παρέας της. Την μία από αυτές η Σκορδέλη για να γλυτώσει επικαλέστηκε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα αλλά μία μέρα μετά ήταν παρούσα στη δίκη των βατραχανθρώπων των ΟΥΚ που παρέλαυναν πέρυσι φωνάζοντας ρατσιστικά συνθήματα. 4. Χρήστος Ρήγας, πρώην υποψήφιος βουλευτής, υποψήφιος περιφερειάρχης Δ. Ελλάδας τον Οκτώβρη του 2010, μέλος της ΚΕ της Χρυσής Αυγής: Από την Τετάρτη 20/4 βρίσκεται προφυλακισμένος για τη δολοφονία 2 ανθρώπων στο Χαλάνδρι στις 26 Φλεβάρη του 2009 – του αστρολόγου Μιλτιάδη Μουτάφη και της γραμματέως του Παρασκευής Γκέζου. Το συγκεκριμένο «στέλεχος» είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για εκβιασμούς ιδιοκτητών νυκτερινών κέντρων, συμμετοχή σε απόπειρα δολοφονίας, κατασκευή βόμβας μεγάλης ισχύος κοντά στον ΞΕΝΙΑ της Πάρνηθας κοκ. Λεπτομέρεια: ήταν επίσης ιδιοκτήτης του καφέ μπαρ ΠΥΛΕΣ απέναντι από τον Α. Παντελεήμονα και πρωτοστατούσε κι αυτός στον «καθαρισμό της περιοχής από την εγκληματικότητα»… 5. Αντώνης (Περίανδρος) Ανδρουτσόπουλος, νούμερο 2 της οργάνωσης τη δεκαετία του 90: Καταδικάστηκε για τη δολοφονική επίθεση ομάδας Χρυσαυγιτών τον Ιούνη του 98 σε βάρος των φοιτητών Δ. Κουσουρή και Η. Φωτιάδη και του αδιόριστου εκπαιδευτικού Γ. Καραμπατσόλη έξω από τα δικαστήρια της Ευελπίδων. Διέφυγε για αρκετά χρόνια στο εξωτερικό και παραδόθηκε τον Σεπτέμβρη του 2005 στις αρχές. Στις 25/9/2006 καταδικάστηκε για 3 απόπειρες ανθρωποκτονίας, σε 21 χρόνια φυλάκισης χωρίς αναστολή. Στο Εφετείο στις 12/3/2009 η ποινή του μειώθηκε στα 12 χρόνια αφού άλλαξε το κατηγορητήριο. Για πρώτη φορά Ανώτατο Δικαστήριο δέχεται ότι ομάδα 10 μελών της Χρυσής Αυγής «έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, ήτοι έχοντας αποφασίσει να σκοτώσουν τον Δημήτριο Κουσουρή, φοιτητή… επιτέθηκαν κατ’ αυτού αιφνιδιαστικά με ξύλινα ρόπαλα που κρατούσαν τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί συναυτουργοί και κατάφεραν κατ΄αυτού με τρομακτική βιαιότητα και αγριότητα πολλαπλά χτυπήματα κυρίως στο κεφάλι και σε όλο το σώμα του.. Απέτυχαν όμως και δεν ολοκλήρωσαν τελικά τον ανθρωποκτόνο σκοπό τους από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεώς τους» (απόφαση 1167/2010 του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου) 6. Χάρης Κουσουμβρής, πρώην υπεύθυνος οικονομικών της οργάνωσης. Καταδικάστηκε για ληστεία στην Καλαμάτα το 2002 και φυλακίστηκε στις φυλακές Ναυπλίου. Αργότερα το 2004 έγραψε βιβλίο με τίτλο «Γκρεμίζοντας τον μύθο της Χρυσής Αυγής» που αποκαλύπτει τα μύρια όσα για το Μιχαλολιάκο και τη Χρυσή Αυγή και τις σχέσεις τους με την ΚΥΠ και τη ΝΔ. Θα μπορούσαμε να γράφαμε με τις ώρες και για άλλα «στελέχη» ανάλογου ήθους. Τον αστυνομικό Ανδράσκελα, τον Π. Ρουμελιώτη (γνωστό ως Πόρκυ) που μαχαίρωσε νέους στο Μοναστηράκι, τον Η. Παναγιώταρο υποψήφιο βουλευτή που είχε φτιάξει την Γαλάζια Στρατιά σαν σύνδεσμο φιλάθλων της Εθνικής Ελλάδος με πλήθος επιθέσεων σε βάρος μεταναστών που έκαναν το λάθος να πανηγυρίζουν μαζί με έλληνες την κατάκτηση του EURO το 2004. Θα μπορούσαμε να γράφαμε πολλά επίσης για τις αλήστου μνήμης κοινές δράσεις Χρυσαυγιτών με τα ΜΑΤ τόσο το Φλεβάρη του 2008 στην πλ. Κολοκοτρώνη όσο και το Μάη του 2009 στο παλιό Εφετείο ενάντια σε αντιρατσιστές διαδηλωτές και ανυπεράσπιστους πρόσφυγες. ΟΣΟΙ ΤΟΥΣ ΨΗΦΙΣΑΤΕ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΤΩΡΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ,ΟΤΙ ΔΩΣΑΤΕ ΨΗΦΟ ΣΕ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ,ΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΧΑΙΡΟΒΓΑΛΤΕΣ!!!!!ΒΑΛΑΤΕ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗ ΦΟΝΙΑΔΕΣ!!!!ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ!!! ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΔΕΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗ!!!!! ΥΣΤ:Δεν ειχαμε σκοπο να ασχοληθουμε με τα Χρυσαυγιτικα σκουλικια,ομως το θεμα με την κοπελα που την βιαζε παιδεραστης Χρυσαυγιτης,παρα φυσιν στα 13 της,ηταν η σταγονα που ξεχυλλισε το ποτηρι!!!!ΤΕΛΟΣ Η ΑΝΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ!!!ΚΑΜΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΤΑΓΜΑΤΑΣΦΑΛΙΤΕΣ,ΣΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΤΣΟΛΙΑΔΕΣ,ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ!!!!!!! Οτι πεφτει στην αντιληψη μας σχετικα με αυτα τα σκουλικια,θα ανεβαινει αμεσα αφου πρωτα διασταυρωθει(απο αλλα σαιτ και οπωσδηποτε πανω απο 2 διαφορετικα)!!!ΕΞΩ ΟΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΩΡΑ!!!!ΣΤΙΣ 17/6-ΠΟΥ ΟΠΩΣ ΟΛΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΕΚΛΟΓΕΣ-ΒΓΑΛΤΕ ΕΚΤΟΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΑ ΑΥΓΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ!!!ΤΟΥΣ ΤΑΓΜΑΤΑΣΦΑΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ!!!!! Και να καταγγειλω και εγω ενα συμβαν που ελαβε χωρα χτες το πρωι στην Καλλιθεα:Ρατσιστικη επιθεση δεχθηκε νεαρος χτες το πρωι στην περιοχη της Πλ.Κυπρου τον οποιο μαχαιρωσαν.Ο νεαρος μεταφερθηκε με ασθενοφορο στο Νοσοκομειο. Ειναι η δευτερη επιθεση που λαμβανει χωρα στην Πλ.Κυπρου μεσα σε 5 μερες!Στις 8/5/2012 ειχαν δεχθει επιθεση με μαχαιρι ανευ λογου και αιτιας,2 μεταναστες,οι οποιοι επισης μεταφερθηκαν στο νοσοκομειο. Επειδη υπαρχει παρελθον επιθεσεων μελων της Χρυσης Αυγης στην Καλλιθεα,εικαζετε οτι προκειτε για ρατσιστικες επιθεσεις μελων της Χρυσης Αυγης. Ερευνες και για τις δυο υποθεσεις διεξαγει το Α.Τ Καλλιθεας.